Ιθυφαλλικά άσματα

Ιθύφαλλος: το εντεταμένον ανδρικόν αιδοίον ∙ τους ιθυφάλλους έφερον κατ’ αρχαιοτάτην συνήθειαν προπορευόμενοί τίνες εν ταίς εορταίς του Βάκχου και άλλοι πάλιν είχον αυτούς δεδεμένους περί το σώμα των, ότε εψάλλοντο και ωδαί τίνες κατά ιδιαίτερον μέτρον εστιχουργημέναι ∙

Στην αρχαιότητα, ο ιθύφαλλος ήταν ομοίωμα του ανδρικού μορίου σε στύση, το οποίο κατασκευαζόταν από δέρμα, συνήθως ερυθρό και χρησιμοποιούνταν από τους λαμβάνοντας μέρος εις την φαλλική πομπή. Κατα τη διάρκεια της πομπής, οι συμμετέχοντες έφεραν τους ιθύφαλλους κρεμασμένους μπροστά στο στήθος τους, είτε ανάμεσα στα σκέλια, φορώντας μακρυά ενδύματα, έχοντας καλυμμένο το πρόσωπο και το κεφάλι στολισμένο με κισσό. Ενίοτε οι ιθύφαλλοι αναρτώνται σε κοντάρια λαβάρων, και φέρονταν από παρθένες ώριμες προς γάμο, οι οποίες προεξείχαν της πομπής. Η τελετή αυτή είχε χαρακτήρα δεήσεως υπέρ της ευγονίας των Αθηναίων και αυξήσεως του πληθυσμού της πόλεως. Επίσης κατά τις εορτές των Θεσμοφορίων οι γυναίκες προσερχόμενες εις την τέλεση της δημόσιας θυσίας έφεραν μεθ’ αυτών ιθυφάλλους εκ ζύμης οπτής, τους οποίους έριχαν σε κάποιο άδυτο ή βάραθρο προς τιμήν του Εύβουλου. Ιθύφαλλοι ονομάζονταν κατ’ επέκταση και οι φέροντες ιθυφάλλους εορταστές, οι οποίοι και φαλλοφόροι ή αυτοκάβδαλοι καλούνταν. Επίσης ιθύφαλλοι κλήθηκαν και τα άσματα, τα οποία ψάλλονταν κατά την πομπήν του φαλλού, το δε μέτρο των ασμάτων τούτων ιθυφαλλικό.

Παραδοσιακό φαίνεται το ακόλουθο φαλλικό που τραγουδούσαν κατά την πομπή των Κατ’ άστυ Διονυσίων οι Αθηναίοι Ιθύφαλλοι, μια ομάδα νέων ανδρών.

Ανάγετ’, ευρυχωρίαν
τω θεώ ποιείτε
θέλει γαρ ο θεός ορθός εσφυδωμένος
διά μέσου βαδίζειν.
“Αποσυρθείτε, κάντε για τον θεό απλοχωριά,
θέλει ο θεός ορθός και σφριγηλός από τη μέση μέση να περνά”

Πηγή: Ανδριώτης Ν.Π., Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, Ν.Α., Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Ιβ΄, σελ. 935