1700 χρόνια πριν....

Τα Φαλληφόρια ήταν εορταστική πομπή, μέρος των Διονυσίων. Γίνονταν το μήνα Ποσειδεώνα.

Στην πομπή προπορευόταν ο φαλλός, σύμβολο της γονιμότητας και της βλαστήσης. Όσοι ακολουθουσαν ήταν μεταμφιεσμένοι σε Σειληνούς, Σατύρους και Βάκχες. Κρατούσαν στα χέρια τους θύρσους, φαλλούς, κρατήρες με νέο κρασί, χόρευαν και τραγουδούσαν φαλλικά τραγούδια. Επίσης καλούσαν το Φάλλη, ακόλουθο του Διονύσου και προσωποποίηση του φαλλού, να προσέλθει και να γιορτάσει μαζί τους. Στη γιορτή αυτή χόρευαν άνδρες και γυναίκες, μεταμφιεσμένοι σε Βάκχες, Νύμφες και Ώρες, κατώτερες Θεότητες οι οποίες προσωποποιούσαν τις φυσικές δυνάμεις που προστατεύουν την βλάστηση και ανθοφορία της ανοίξης και την καρποφορία του καλοκαιριού.

Οι μεταμφιέσεις αυτού του είδους απέβλεπαν στο να ενεργοποιήσουν μέσα στο χειμώνα τις αναγεννησιακές δυνάμεις της φύσεως, να αποτρέψουν τις αντίθετες κακοποιές δυνάμεις και να δώσουν τον τόνο ενός ξέφρενου ξεφαντώματος. Πυρήνας των εορταστικών εκδηλώσεων ήταν κι εδώ μια πομπή, «Η ΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΦΑΛΛΟΥ». Ο μπροστάρης της πομπής κρατούσε αμφορέα γεμάτο κρασί και μια κληματόβεργα,και στη συνέχεια εκείνος που περιέφερε ψηλά πάνω σε κοντάρι το φαλλό, το κατεξοχήν σύμβολο των γονιμοποιητικών δυνάμεων.

Για την πομπή αυτή στην αρχαία απλή και τη μεταγενέστερη πολυτελή της μορφή μάς μιλά ο Πλούταρχος στο έργο του Περί φιλοπλουτίας 527d:

«… , όρα μη πομπήν επαινούντι και πανήγυριν μάλλον ή βίον έοικας. η πάτριος των Διονυσίων εορτή το παλαιόν επέμπετο δημοτικώς και ιλαρώς˙ αμφορεύς οίνου και κληματίς, είτα τράγον τις είλκεν, άλλος ισχάδων άρριχον ηκολούθει κομίζων, επί πάσι δ’ ο φαλλός. αλλά νυν ταύτα παρεώραται και ηφάνισται χρυσωμάτων παραφερομένων και ιματίων πολυτελών και ζευγών ελαυνομένων και προσωπείων ˙ ούτω τα αναγκαία του πλούτου και χρήσιμα τοις αχρήστοις κατακέχωσται και τοις περιττοίς.»

Η φαλλική πομπή απέβλεπε στη μεταβίβαση των γονιμοποιητικών δυνάμεων, και στην ενεργοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων για μια νέα χρονιά με καλή σοδειά. Η τιμητική για τον Θεό Διόνυσο πομπή με το φαλλό μπροστά αναρτημένο πάνω σε κοντάρι λεγόταν Φαλληφόρια ή Φαλλαγώγια. Οι εορταστές που μετείχαν σ’ αυτήν μεταμφιέζονταν, έβαφαν τα πρόσωπά τους ή φορούσαν προσωπίδες, στεφανώνονταν με στεφάνια από κισσό και είχαν αναρτημένους από το λαιμό και τη μέση τους φαλλούς. Ευθυμούσαν πίνοντας από το νέο κρασί της χρονιάς, τραγουδούσαν περιπαιχτικά τραγούδια, τα λεγόμενα φαλλικά, και χόρευαν κωμικούς χορούς.

Οι εορταστικές εκδηλώσεις αυτού του είδους αποτέλεσαν τον πυρήνα για την γένεση της κωμωδίας.

Ο Αριστοτέλης στο σύγγραμμά του Περί ποιητικής αναφέρει πως η κωμωδία προήρθε από τους «εξάρχοντας τα φαλλικά», από εκείνους δηλαδή που στα φαλλικά τραγούδια έκαναν την αρχή κι ακολουθούσαν οι άλλοι απαντώντας ή επαναλαμβάνοντας (Αριστοτέλους Περί ποιητικής 1449a, στίχοι 9-15):

«Γενομένης δ’ ουν απ’ αρχής αυτοσχεδιαστικής και αυτή και η κωμωδία, και η μεν από των εξαρχόντων τον διθύραμβον, η δε από των τα φαλλικά, α έτι και νυν εν πολλαίς των πόλεων διαμένει νομιζόμενα, κατά μικρόν ηυξήθη, προαγόντων όσον εγίγνετο φανερόν αυτής, και πολλάς μεταβολάς μεταβαλούσα η τραγωδία επαύσατο, επεί έσχε την αυτής φύσιν».

Σήμερα...

Ένα ξεχωριστό πολιτιστικό λαϊκό διαδραστικό δρώμενο, απόρροια ενδελεχούς έρευνας και με προσεκτική απόδοση που αγγίζει την πειραματική αρχαιολογία. Ένα δρώμενο που από το 2014 έχει κατακλύσει το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και έχει κατακτήσει με το κέφι και την ζωντάνια του όλο τον κόσμο. Πρόκειται για έναν εύθυμο πολυπληθή θίασο από Μαινάδες, Σατύρους, Σειληνούς, Γλεντοκόπους και Βαυβώγριες, με επικεφαλής τον εξάρχοντα ηθοποιό-Διόνυσο. Την πομπή συνοδεύει βακχική μουσική από άσκαυλους (γκάιντες), αρχαίους αυλούς, τύμπανα και αλλά κρουστά.

Με κωμαστικούς χορούς, σκωπτικά δρώμενα, αλλά και αρκετό κρασί από τους σταφυλοχυμούς του Διονύσου η πομπή με σατιρική ευπρέπεια γίνεται ένα με τον κόσμο, προσφέροντας χαρά, αλλά και μια ουσιαστική αυθεντική πινελιά Ελληνικού Πολιτισμού. Στην κατάληξή του το δρώμενο, όπως και κατά παράδοση όλα τα Διονυσιακά δρώμενα στον Ελλαδικό χώρο, καταλήγει σε «θρήνο», σε ένα σεμνό φόρο τιμής προς τους προγόνους και με αποκάλυψη των προσωπείων, μια στιγμή ιερή και καθηλωτική για όλους τους συμμετέχοντες, μπροστά από τον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο το αρχέγονο χθες με το αέναο σήμερα.